εγκολπίας


εγκολπίας
ο (AM ἐγκολπίας)
τοπικός άνεμος που πνέει από θαλάσσιο κόλπο, η μποκαδούρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μπουκαδούρα — η ο άνεμος «εγκολπίας», ο άνεμος που από το ανοιχτό πέλαγος πνέει προς κάποιον κόλπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.